ανικανότητα

Παθολογική κατάσταση του άντρα που εκδηλώνεται με αδυναμία στύσης του πέους και μπορεί να οφείλεται σε ανατομικές ανωμαλίες ή λειτουργικές διαταραχές. Από τις ανατομικές ανωμαλίες οι κυριότερες είναι oυποσπαδίας, ο επισπαδίας, οι παθήσεις των σηραγγωδών σωμάτων του πέους κ.ά., ενώ από τις λειτουργικές η κυριότερη είναι η ψυχογενής, που οφείλεται στο γεγονός ότι οασθενής φαντάζεται πως έχει σεξουαλικές ατέλειες ή αντιδρά νευρωτικά στις φυσιολογικές διακυμάνσεις της σεξουαλικής πράξης. Η θεραπεία της α. εξαρτάται από τη φύση του αιτίου που την προκαλεί και μπορεί να είναι ανάλογα με τις περιπτώσεις χειρουργική, φαρμακευτική (διεγερτικά, ορμονοθεραπεία, αντισπασμωδικά φάρμακα) και ψυχοθεραπευτική.
* * *
η (Μ ἀνικανότης)
αδεξιότητα, ανεπάρκεια, έλλειψη ικανότητας για κάτι
νεοελλ.
1. η ακαταλληλότητα ενός ανθρώπου για στρατιωτική ή δημόσια υπηρεσία εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής αδυναμίας
2. η σεξουαλική ανικανότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανικανότητα — η το να είναι κανείς ανίκανος: Τέτοια ανικανότητα να επιβληθεί στα παιδιά του πρώτη φορά συνάντησα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανικανότητα — [аниканотита] ста. Θ. неспособность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ψυχογενής ανικανότητα — Η έλλειψη της ικανότητας του άνδρα για συνουσία. Οφείλεται σε λειτουργικές διαταραχές και είναι η συχνότερη αιτία ανικανότητας. Στην ψ.α. παρατηρείται έλλειψη στύσης του πέους εξαιτίας ψυχολογικών αναστολών, κυρίως δε ύστερα από φόβο, συγκίνηση,… …   Dictionary of Greek

  • αφωνία — Ανικανότητα εκφοράς ήχου, και συνεπώς πλήρης απώλεια της φωνής, που είναι αποτέλεσμα οξείας ή χρόνιας φλεγμονής ή όγκων του λάρυγγα, ιδιαίτερα στην περιοχή των φωνητικών χορδών. Η α. μπορεί να είναι και νευρικής φύσης, η οποία οφείλεται σε… …   Dictionary of Greek

  • ασφάλιση, κοινωνική — Δραστηριότητα με την οποία το κράτος άμεσα ή με τη μεσολάβηση οργανισμών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του προσφέρει στον εργαζόμενο, αντί ορισμένης τακτικής χρηματικής καταβολής, υλικές παροχές και υπηρεσίες σε περιπτώσεις ασθένειας, σωματικής ή …   Dictionary of Greek

  • Tobacco packaging warning messages — Smoking warning on the back of a cigarette pack, in Australia Tobacco packaging warning messages are health warning messages that appear on the packaging of cigarettes and other tobacco products. They have been implemented in an effort to enhance …   Wikipedia

  • αβουλία — Ψυχοδιανοητική ανωμαλία που χαρακτηρίζεται από ανικανότητα, αδυναμία ή έλλειψη βουλητικών ενεργειών. Τα αίτιά της μπορεί να είναι οργανικά (υπολειτουργία αδένων) ή ψυχολογικά (διάφορες μορφές νευρώσεων ή ψυχονευρώσεων). Η α. άλλοτε εμφανίζεται ως …   Dictionary of Greek

  • αγραφία — Διαταραχή της ομαλής λειτουργίας του εγκεφαλικού κέντρου αντίληψης. Αποτέλεσμα της διαταραχής αυτής είναι η ανικανότητα του ατόμου να διατυπώσει κάτι γραπτά ή να γράψει οτιδήποτε του υπαγορεύεται ή και να αντιγράψει κείμενο που βλέπει, γιατί έχει …   Dictionary of Greek

  • αναξιότητα — Όρος του κληρονομικού δικαίου. Η ανικανότητα να γίνει κανείς κληρονόμος ενός προσώπου για ορισμένους λόγους, π.χ. επειδή θανάτωσε ή αποπειράθηκε να θανατώσει τους γονείς, τα παιδιά του, την/τον σύζυγό του, εμπόδισε παράνομα τον κληρονομούμενο να… …   Dictionary of Greek

  • απαιδευσία — η (AM ἀπαιδευσία) έλλειψη παίδευσης, αμορφωσιά αρχ. 1. αμάθεια, άγνοια, χωριατιά 2. απειρία, ανικανότητα («άπαιδευσία πλούτου» ανικανότητα στη διαχείριση χρημάτων, Αριστοτ.) 3. έλλειψη άσκησης («ἀπαιδευσίᾳ ὀργῆς» από έλλειψη άσκησης στη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.